ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΑΣGR

Γέροντας Ιερώνυμος της Αιγίνης

Ό Γέρων ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ, κατά κόσμον ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ, γεννήθηκε το έτος 1883 εις το Μικρασιατικό Χωρίον «ΓΚΕΛΒΕΡΗ» της Καππαδοκίας.
Οι γονείς του ΑΝΕΣΤΗΣ και ΕΛΙΣΑΒΕΤ, απέκτησαν 6 (εξ) τέκνα, μεταξύ των οποίων και τον εκ κοιλίας μητρός κεκλημένον ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ τον μετέπειτα γνωστόν μας Πατέρα-Γέροντα ΙΕΡΩΝΥΜΟ.
Μεγάλωσε και ανετράφη σε περιβάλλον προσευχής, ασκήσεως και αγιότητας. Τα προσευχητικά δάκρυα της μητέρας του, ήσαν τα πρώτα πού επέδρασαν στην ευαίσθητη ψυχή του Βασιλείου. Επίσης και τα άγια παραδείγματα των Ασκητών-Τρωγλοδυτών Αγίων της περιοχής του, οι οποίοι εκρύπτοντο και ζούσαν εν αφάνεια στα διάσπαρτα αυτά «κέντρα» προσευχής των βράχων της Καππαδοκίας.
Εχειροτονήθη Διάκονος υπό του Μητροπολίτου Σωφρονίου εις την Αμισόν. Επισκεφθείς τους Αγίους Τόπους, ως Διάκονος, παρέμεινε επί εννέα μήνας εις την Ί. Μονήν του Τιμίου Προδρόμου παρά τον Ιορδάνη ποταμό.
Επιστρέφων, διωρίσθη Διάκονος εις τον Ί. Ναόν Αγίου Γεωργίου εις Κωνσταντινούπολη, οπού και αφήκε την «σφραγίδα» του, διότι εθαυμάζετο δια τάς αρετάς και την αγιότητά του, τον ζήλο και την καλλικέλαδο φωνή του.
Ή Μικρασιατική καταστροφή, έφερε εις την Ελλάδα το «πτηνόν της ερήμου», τον « Ερωδιόν», Ασκητή Διάκονο Βασίλειον.
Ή Νήσος ΑΙΓΙΝΑ, αμέσως μετά την στέρησιν του Αγίου της, Αγίου Νεκταρίου, το έτος 1922, υπεδέχθη τον Διάκονο Βασίλειον, πού ήλθε «από την μεγάλη στεριά, όπως θα έλεγε ό Κόντογλου, από τα Αγια χώματα της Ανατολής: από την Καππαδοκία, πού την τίμησαν και την δόξασαν τόσοι Μάρτυρες και Όσιοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας» (Π. Πάσχος).
Την εποχή εκείνη Ιεροκήρυξ εις την Αίγινα, ήτο ό μετέπειτα Μητροπολίτης Καρυστίας Παντελεήμων, ό οποίος ξετίμησε και ηγάπησε τον Καππαδόκη Διάκονο Βασίλειον. Οτε δε έγινε Μητροπολίτης Καρυστίας, εις μίαν επίσκεψίν του εις την Αίγινα, μετά πολλάς πιέσεις προς τον Βασίλειον, τον έπεισε και τον χειροτόνησε εις Ιερέα, δίδων εις αυτόν και το Οφίκιων του Άρχιμανδρίτου.
Μετά εν έτος έλαβε και το Μέγα και Αγγελικόν Σχήμα από τον Αγιον Γέροντα ΙΕΡΩΝΥΜΟ Σιμωνοπετρίτη, λαβών το όνομα ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ.
Στην αρχή της Ιερατεία του, κάποια μέρα, την ώρα πού έκαμε προσκομιδή είδε ένα φοβερό δράμα (τον Κύριόν μας ως βρέφος επάνω στην Αγία Τράπεζα) το οποίον τόσο πολύ τον συνεκλόνισε ώστε έγινε ή αφορμή, να παύση να ιερουργεί, διότι ήτο τόσο το δέος του, πού θεωρούσε ανήμπορα τα χέρια του να λογχίζουν το Σώμα του Κυρίου μας.
Κατόπιν και μέχρι της κοιμήσεώς του, απεσύρθη εις ιδιόκτητο Ησυχαστήριον «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ».
Εις το Ησυχαστήριον αυτό, συνέχισε τους Ασκητικούς αλλά και Ποιμαντικούς αγώνας του. Άλλοτε απεσύρετο εις ιδιαίτερο κρυπτόν τόπον (εντός του Ησυχαστηρίου), πού ενθύμιζε τους λαξευτούς διαδρόμους-κρύπτες και τα κελλιά, υπό τους βράχους, της Πατρίδος του, άλλοτε εγίνετο «ή κολυμβήθρα του Σιλωάμ», οπού πλήθος επισκεπτών εύρισκαν κοντά του, παρηγοριά, λύτρωση, αναγέννηση
Οι συμβουλές του και ή προσευχή του, ήσαν το «μάλαγμα» για τις από πάσης αιτίας πληγωμένες καρδιές.
Και μόνον πού τον ατένιζε κανείς, ένοιωθε να τον διαπερνά σε όλο το είναι του, ή Χάρις και ή Ευλογία του Αγίου, πολύπαθους Γέροντος, της Αγιότητας του και έφευγε, «άλλος άνθρωπος!».
Είχεν όλα τα Χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, το δε προορατικό του Χάρισμα, ήτο εις αφάνταστο βαθμό εντυπωσιακό και ακριβέστατο, ώστε ό επισκέπτης, καθώς τον ήκουε, ησθάνετο δέος και φόβον!
Έκοιμήθη μετά δύο, περίπου, μηνών επώδυνου ασθενείας του, εις τάς Αθήνας, την 2αν (π.έ.) Οκτωβρίου 1966.

Περί Προσευχής
Αγαπήστε και την προσευχή. Ένας έκαμε προσευχή όλην την νύχτα. Τα λόγια της προσευχής του έρχονταν το ένα μετά το άλλο χωρίς δυσκολία.
Είτε έχεις ζήλο είτε όχι, την προσευχήν δεν θα κόβεις Ούτε θα αμελής. Δια πολλούς λόγους την προσευχήν δεν θα κόβεις Ούτε θα αμελής. Προσπάθησε επίσης, ένα κόμπο δάκρυ κάθε βράδυ να έχεις.
Ημέρα να μη πέραση χωρίς προσευχήν, αλλά και προσευχή να μη γίνη χωρίς δάκρυ.
Ή προσευχή πώς πηγαίνει; Εγώ, πολλές ημέρες κρεβάτι δεν βλέπω. Και όταν αρχίζω, γλυκαίνομαι και δεν θέλω να τελειώσω.
Όταν κάμνετε προσευχήν, να λέτε: Πιστεύω.... εις ένα Θεόν... Πατέρα... Παντοκράτορα... Ποιητήν Ουρανού και γης.... δηλ. να μη τα λέγετε, γρήγορα και σας παίρνει ό πονηρός τον λογισμόν, άλλα αργά, για να τα νοιώθετε τα λόγια.
Επιμένετε και αυξάνετε την προσευχήν. θα κάμετε την προσευχήν την οποίαν ορίζει ή Εκκλησία μας, δηλ. Εξάψαλμο, Απόδειπνο, Παράκλησιν κλπ. θα τα διαβάζετε αυτά από τα βιβλία, άλλα ενίοτε αφήνετε τα και δι' ολίγον. Δηλαδή χωρίς το βιβλίον, εκτός τα λόγια, αυτά της προσευχής, μιλήσατε και μόνοι σας στο τον Χριστό μας. Άπλα και από την καρδιά σας, πείτε Του σαν να τον βλέπατε μπροστά σας: «Πατέρα μου, έσφαλλα, δεν πέρασα την ημέρα μου πνευματικά, άλλα με κοσμικά πράγματα. Κατέκρινα, μίλησα πολύ, γέλασα, Έφαγα πολύ, προσευχή δεν έκαμα, είχα τόσες αδυναμίες και πτώσεις. Συγχώρεσέ με Κύριε κλπ.» Έτσι να λέγετε και θα σας λυπηθεί τότε ό Χριστός μας και θα σας στείλει δάκρυα. Και πρέπει να έλθουν δάκρυα, διότι αυτά τα δάκρυα της προσευχής θα σας δώσουν δύναμιν και χαράν. Αυτά θα σας πάρουν τις θλίψεις.
Όπως αν δεν εργασθείς μισθό δεν παίρνεις, Έτσι και χωρίς κόπο, προσπάθειες, επιμέλεια, προσευχήν κλπ. χαρίσματα Ούτε Έρχονται, Ούτε πνευματικές αγίες γεύσεις.
Αν στο μαγκάλι δεν προσθέσουμε κάρβουνα, ή φωτιά θα σβήσει. Προσοχή να μη σβήσει ή φωτιά. Και δεν θα σβήσει αν δεν κόψης την προσευχή.
Μετά τα λόγια της Ακολουθίας, Απόδειπνο κλπ. να παρακαλάς τον Θεόν και με απλά λόγια, με λόγια δικά σου για τα προβλήματα σου για τον πόνο σου, ως να είναι μπροστά σου και τον βλέπεις. Αυτά τα πονεμένα και κατανυκτικά λόγια, είναι σαν τα προσανάμματα δια να πιάσει ή φωτιά, δηλ. ό πόθος δια τον Θεόν. Και τότε έρχονται και τα δάκρυα.
Αγάπησε την κατάνυξιν, φέρνε στο νου σου τις αίτιες πού θα σου φέρνουν δάκρυα.
Μια ψυχή, δεκατέσσερις ώρες, συνεχώς, έκλαιγε από κατάνυξιν. Έλεγε: Τα μάτια μου είναι μικρά, τα δάκρυα πολλά, δεν χωρούν.
Το «Πιστεύω» να μη περνάει ημέρα πού να μη το πεις. Είτε στην ακολουθία είτε χωριστά.
Θεολόγος είσαι και πανδρεύθηκες; Ό θεολόγος πρέπει να ανακατώνει το βάθος της θαλάσσης! Πώς δεν σε αιχμαλώτισε ή Θεολογία! Όταν άρχισες να την σπουδάζεις, είχες εις τον νουν σου να παντρευθής, ή μετά έμπλεξες! (όντως είχε γίνει το δεύτερο).
Εάν έχεις φόβο Κυρίου, έμαθες θεολογία. Εάν δεν έχεις φόβον Κυρίου τέχνη έμαθες δια να ζήσης.
Ταπείνωση, δάκρυα, προσευχή και καθαρή ψυχή. Δεν έρχονται δάκρυα, όταν δεν πέρασε κανείς καλά, πνευματικά την ημέρα του.
Όταν βρεθείς σε δύσκολες στιγμές, το «Πιστεύω» να λες. Αργά και να το αισθάνεσαι. Κάθε μία λέξη του να φθάνει βαθιά στην καρδιά σου, όχι τυπικά και ξηρά. Εγώ, το λέγω πολλές φορές την ημέρα, 5-6 και περισσότερες.
Αν αφήνεις παράθυρο, θα μπει το φως. Αν όλα είναι κλειστά, από που θα μπει φως και ας είναι άφθονο έξω. Έτσι και εις τα πνευματικά: Άνοιξε την καρδιά σου στο Χριστόν μας, παρακάλεσε Τον και Εκείνος θα βοηθήσει!
Μη λες «ό Χριστός» αλλά «ό Χριστός μας».
Το Ψαλτήρι καθημερινή μου τροφή το έχω. Να το αγαπάς πολύ και να το διαβάζεις. Έστω 'ένα ή δύο ψαλμούς την ημέρα. Και όταν έχεις λύπη, όταν έχεις πειρασμόν, διάβαζε με προσοχήν και αγάπην το Ψαλτήρι και θα νιώθεις μεταβολή μέσα σου.
Ή καλύτερη μουσική είναι ή Βυζαντινή. Πολύ την αγαπώ.
Να θεωρείς την Εκκλησία ως Ιατρείο. Διατί πηγαίνει κανείς εις το Ιατρείο; Δια να θεραπευθεί. Να λέγεις, Διατί ήλθα εδώ; (εις την Εκκλησιά) και να παρακαλείς τον Χριστό μας, την Παναγίαν μας και τους Αγίους μας!
Κάθε ημέρα, στην Βηθλεέμ βρίσκομαι. Μπορείς σωματικά να είσαι όπου αναγκαστικά είσαι υποχρεωμένος να είσαι. 'Αλλά με τον νουν σου, όπου εσύ θέλεις. Τον νουν σου δεν εξουσιάζει κανείς.
Όποτε χρειασθείς, οπότε θέλεις ή έχεις κάποιον λύπην, να έρχεσαι εδώ και όποια ώρα νάνε, εγώ θα σε δέχομαι! Αν εγώ πού είμαι άνθρωπος αμαρτωλός σε λυπάμαι και σου λέγω έτσι, πόσον μάλλον ό Χριστός μας, πού είναι Φιλάνθρωπος, πού μας αγαπάει με αγάπην πού δεν μπορούμε να την κατανοήσομε. Οποια ώρα νάνε και για ότι έχεις, θα καταφεύγεις στον Χριστόν μας, στην προσευχήν, και Εκείνος θα σε λυπάται και θα σε ακούει και θα σε βοηθά.
Γέροντα, συχνά δεν προλαβαίνω να κάνω προσευχή στο σπίτι και προσεύχομαι καθ' όδόν κλπ. Μήπως δεν πρέπει; «Στην ανάγκη δεν πειράζει Ό Θεός είναι παντού, είναι Πνεύμα! Όταν πεινάς, μόνο στο τραπέζι τρως; Δεν τρως και όρθια και τρέχοντας και δουλεύοντας; Αρκεί τον νουν σου να έχεις στα λόγια της προσευχής».
Ημέρα πού θα πέραση και δεν ένοιωσες τον Χριστό μας στην καρδία σου, δια της προσευχής, αναγνώσεως Ψαλτηρίου, Ευαγγελίου, κλπ., κλπ., να θεωρείς ότι απώλεσες αύτη την μέρα!
Να παρακαλείς με δάκρυα, όπως ή Μαρία Μαγδαληνή και να λέγεις: Χριστέ μου, μη με εγκατάλειψης! Χριστέ μου μη με αφήνεις μόνο, Χριστέ μου γλυκύτατε, μη πάρεις την ψυχήν μου αν δεν γίνω όλος Σος!
Μετά το Απόδειπνο, να πεις: «Κύριε μου, με βλέπεις πώς είμαι! Κατάνυξιν δεν έχω. Δεν ημπορώ να προσευχηθώ όπως πρέπει. Αδυναμίες έχω πολλές! Δεν αγωνίζομαι ακόμη όπως Εσύ θέλεις. τι θα γίνη αυτή ή κατάστασης; Βοήθησε με Κύριε!» Να του ομιλείς σαν να είναι μπροστά σου, έτσι Όπως ομιλείς σε εμένα.
Όσο κόβεις σχέσεις από τα κοσμικά, τόσο ελευθερώνεται ο νούς σου και καθαρίζει και προσεύχεσαι καλύτερα.
Εγώ, θυσιάζω από τον εαυτόν μου για όποιον προσεύχομαι!
θα παρακαλέσω τον Θεόν δι' εσάς, δηλ. θα κάμω προσευχήν άλλα να ξέρετε, «ένα χέρι κρότο δεν κάνει». Εγώ παρακαλώ για σας, άλλα να παρακαλείται και εσείς.
Απόδειξης αγάπης προς τον Σωτήρα μας, είναι τα δάκρυα κατά την ώραν της προσευχής.
Το χτίσιμο με ξηρούς λίθους δεν είναι καλό. Χρειάζεται ή λάσπη χρειάζεται και ό ασβέστης. Έτσι και ή προσευχή χωρίς δάκρυα δεν είναι προσευχή. Χρειάζονται δάκρυα, αλλιώς ωφέλεια δεν μένει από την προσευχήν.
Σε κάθε προσευχή πρέπει να έχετε ένα κόμπο δάκρυ. Και όταν σας έλθη κατάνυξη, μη το λέτε πουθενά γιατί είναι θείον δώρον μήπως και το χάσετε!
Χαιρέτησε την Χάριν! Όταν αισθάνεσαι κατάνυξιν, είναι επειδή σε επισκέπτεται ή Χάρις του Θεού. Χαιρέτησε την και αγκάλιασε την, δηλ. ζήσε την επίσκεψιν της Στοργής του Θεού εκείνη την ώραν και ταπεινά ευχαρίστησε τον Θεόν δια το δώρον αυτό και παρακάλεσε Τον να μη σε εγκαταλείψει ποτέ!

Θαύματα του Γέροντος
Πολλοί, όσοι τον είχαν γνωρίσει προσωπικά ή μετά την ανάγνωσιν των βιβλίων, περί του Γέροντος και πού συνεκλονίσθησαν και τον ηγάπησαν, οσάκις κατακλύζονται από οδύνη και πόνο και τον επικαλούνται, έχουν ευεργετηθεί και εν γένει έχουν γίνει δέκται της αγιαστικής του στοργής και παρρησίας.
Διηγούνται πολλά θαύματα, ιάσεις ασθενών επιτυχίες στα παιδιά τους, είτε σε σπουδές είτε σε αποκαταστάσεις και πού οπωσδήποτε τα αποδίδουν στην μεσιτεία, αγάπη και στοργή του Γέροντος.
Παρατίθενται, ενδεικτικώς μόνον, ώρισμένα εκ των πολλών θαυμάτων και θαυμάσιων πού είχεν επιτελέσει εν ζωή ό Γέροντας καθώς και δύο εμφανίσεις του Γέροντος μετά την κοίμησίν του, χωρίς δι' ευνόητους λόγους να αναφερθούν τα ονόματα αυτών πού τα διηγήθηκαν, τα οποία όμως υπάρχουν εις το αρχείο «περί του Γέροντος», πού κρατείται. •

.....ότε με κατέλαβε ξαφνικά και εισήλθεν εντός μου ό διάβολος.....
«…….'Ήμουν, λέγει, δέκα επτά ετών, μαθήτρια της κοπτικής και ραπτικής Σχολής του Παπαϊωάννου, ότε με κατέλαβε ξαφνικά και εισήλθεν εντός μου ό διάβολος, τέλη του Έτους 1922. Με έφεραν στην την Αίγινα και με έκλεισαν σε ένα δωμάτιο και με έδεσαν, δια να μη κτυπώ και κάμνω και άλλα πολλά.

Τούτο, όταν το επληροφορήθη ό Γέροντας, με επεσκέφθη και ανέλαβε το βαρύ έργον, να εκβολή το δαιμόνιον, το οποίον με βασάνιζε. Μου είπε ότι πρέπει να νηστεύω και νά προσεύχομαι περισσότεροι.

Άρχισα την νηστεία, αλλά έκαμε και ό Γέροντας συγχρόνως πιο αυστηρή νηστεία.
Επί τεσσαράκοντα ημέρας τελείτο καθημερινώς θεία Λειτουργία και μου διάβαζε και τους εξορκισμούς. Ή κατάστασης αύτη κράτησε επί εννέα ολόκληρα έτη, εκ των οποίων τα τέσσαρα ήσαν πολύ μαρτυρικά, Ιδίως δια τον Γέροντα.
Κατά την διάρκεια των πρώτων αυτών χρόνων, έφθασε περίοδος πού ήμουν έτοιμη να αποθάνω, όπως οι άλλοι αλλά και ό ίδιος ό Γέροντας μου είπαν αργότερα. Επί τρεις ημέρας ήμουν τελείως αναίσθητη. Όταν λίγο καλυτέρευσα, την τρίτην ημέραν το εσπέρας ό Γέροντας έκαμε εσπερινό και με εχειροθέτησε Μοναχή, και μάλιστα μεγαλόσχημη, ώστε αν φύγω δια την άλλην ζωήν, να είμαι μοναχή, επειδή πολύ το επιθυμούσα.
Τότε όμως ξαφνικά συνήλθα, ένοιωσα πώς δεν είχα τίποτα.
Την επομένη μου είπε και κοινώνησα.
Πράγματι, ένοιωσα άλλος άνθρωπος, δεν το πίστευα! Ό Θεός και ό Γέροντας έκαμαν το θαύμα τους.

Έκτοτε, με την βοήθειαν του Θεού δεν ξαναέπαθα τίποτα.

Γράφει ή μακαριστή Ξένη μοναχή:
«Φεύγοντας (ό Γέροντας μετά από επίσκεψη στο Ησυχαστήριο μου, σε εξοχικό Προάστιο.) και βγαίνοντας τελείως έξω από την πόρτα του κήπου, μου λέει με μιαν έκφραση λύπης και απογοητεύσεως:
-Πω πω! μεγάλη αμαρτία γίνεται εις τούτον τον τόπον (δάσος, βουνό). Μια φωτιά όμως, όλα γύρω απ' εδώ θα τα φτιάξη αυτά.....

Γέροντας Ιερώνυμος της ΑιγίνηςΓέροντας Ιερώνυμος της Αιγίνης

Την ίδια χρονιά, μετά λίγους μήνες, μετά την επίσκεψη του Γέροντος, έπιασε χωρίς να το γνωρίζουμε πώς, μια τεράστια φωτιά πού την βοήθησε και ό αέρας ν' απλωθεί, πολύ περισσότερο. Περί τα 400 στρέμματα κάηκαν.
Ούτε θάμνοι έμειναν, ούτε δένδρα, όλα έγιναν στάκτη. Ακόμη και σήμερα, φαίνεται όλος αυτός ό τόπος πού τον «έφτιαξε» ή φωτιά. Κάθε φορά πού τον βλέπω, βλέπω και τον Γέροντα στο ίδιο σημείο, να μου δείχνει τον τόπον αυτόν και να προφητεύει.


«Μία ημέρα, εις την Αίγινα, τον συνάντησα στην παραλία.

Μου λέει: «Καλογραία, έχω μια δουλειά. Πήγαινε και άρχομαι. Εσύ να πάρεις ταξί δια να πάς και εγώ έχω μια δουλειά και άρχομαι. Στάσου να σε βρω ένα ταξί».
Πέρασαν ένα, δύο, τρία, μέχρι 6 περίπου ταξί άδεια. Φαίνεται δεν ήταν εκείνο πού ήθελε, γιατί έλεγε: »όχι αυτό, ούτε κι' αυτό». Μετά, δεν πειράζει Καλογραία, μου λέει, πήγαινε με τα πόδια».
Αμέσως ξεκίνησα και κατευθυνόμουν για το ησυχαστήριο του. Μετά από δυο - τρία βήματα, στράφηκα πίσω να τον ιδώ, δεν τον είδα πουθενά. Και πάλι, καθώς προχωρούσα, ξανάβλεπα πίσω μου, τίποτα. Πολύ σύντομα έφθασα. Μόλις μπήκα όμως μέσα στην αυλή, δεν πρόλαβα να κλείσω την πόρτα, κτυπά, ανοίγουμε, ήταν ό Γέροντας!

Δεν μπορώ να καταλάβω, φρικιών, αλλά απ' τον κανονικό δρόμο πήγα, έβλεπα πίσω μου πότε-πότε, πότε και από που και πώς είχε φθάσει ό Γέροντας εκεί; Ένοιωσα δέος και συντριβή και δεν τον ρώτησα καθόλου....
Άλλοτε, μπαίνοντας εις το κελί του, παραμονές πού θα έφευγε απ' την Αίγινα δια την Αθήνα, νοσοκομείο κ.λ.π., τον βρήκα καθιστό εις την κλίνην του και ετοιμαζόταν ν' αναπαυθεί. Φορούσε μια φανέλα και από πάνω το ράσο του. Όταν το τράβηξε για να πέσει, είδα το χέρι του κάτασπρο σαν το χιόνι, νεανικό και μια άρρητη εύωδία ένοιωσα να είναι διάχυτη εις το κελί του.
Το χέρι του, τόσο λευκό ήτο, πού δεν έμοιαζε να είναι σάρκα.

Έτρεμα, κατάλαβε και μου λέει, την ώρα πού πήγα να το ασπασθώ και ενώ είχε κλειστά τα μάτια:
-Δεν είναι τίποτα, καλογραία, δεν είναι τίποτα αυτά πού βλέπεις.... Υπάρχουν ανώτερα».

Αμέσως αισθάνθηκα ότι είχαν απελευθερωθεί οί πνεύμονες μου....

Σοφία Ιωάννου Αιγάλεω

Στις δύο (2) Απριλίου 1990 επισκέφθηκα την Αίγινα με την αδελφή μου Αικατερίνη και με δύο οικογενειακές μας γνωστές, την κ. Καλλιόπη Γ. Κομνηνού καί την κ. Φάνη εκ της Ρόδου.

Επισκεφθήκαμε τον Ιερό Τάφο και τον Ναό του Αγίου Νεκταρίου. Στο δρόμο πού πηγαίναμε προς Αγιον Νεκτάριο, ή κ. Καλλιόπη Κομνηνού, ρώτησε τον οδηγό του «ταξί»: Σάς παρακαλώ, εδώ στην Αίγινα υπάρχει και ένα Ιερό Ησυχαστήριο ενός Αγίου Γέροντα του π. Ιερωνύμου. Τον βλέπω επί δέκα (10) χρόνια στον ύπνο μου και συζητούμε για την ασθένεια μου και έχω το βιβλίο πού γράφει για κείνων, «ό Γέρων Ιερώνυμος της Αιγίνης». Είναι σαν να τον έχω γνωρίσει από χρόνια και ζήσει μαζί του. Και βέβαια, μου απαντά ό οδηγός, είναι πολύ εύκολο, θα σας πάω μετά τον Άγιο. Πράγματι, κατόπιν, κατευθυνθήκαμε και πήγαμε στο Ησυχαστήριο του π. Ιερωνύμου.
Κτυπήσαμε την πόρτα και φάνηκε ή μοναχή Ευπραξία.
Αφού μας πέρασε μέσα, μας οδήγησε και γνωρίσαμε την Γερόντισσα πού είχε υπηρετήσει τον Γέροντα Ιερώνυμο, υπέργηρον ηλικίας 100 ετών.
Επήραμε την ευχή της. Κατόπιν μας οδήγησε ή Μοναχή στο Εκκλησάκι της Ευαγγελιστρίας και προσκυνήσαμε και τα Αγια Λείψανα του π. Ιερωνύμου, επίσης τον Τάφο του, τον χώρο πού απεσύρετο και προσευχόταν και ό όποιος ήτο ίσα όσο χωρούσε γονατιστό ένα άνθρωπο και τέλος και το κελλάκι του πού αναπαυότανε και εδέχετο τον κόσμον.
Ήταν μεσημέρι. Ή Μοναχή Ευπραξία, ή υποτακτική της Γερόντισσας Ευπραξία, μας έκανε το τραπέζι. Αυτές τις στιγμές, όλες οί φίλες αισθανόμασταν ένα δέος. Ή αίσθησης της ζωντανής παρουσίας και στοργής του π. Ιερωνύμου ήτο πολύ αισθητή, τόσο ώστε προσωπικά ή κάθε μια μας, είχαμε την αίσθηση πώς είχαμε δίπλα μας τον Άγιο Γέροντα, πράγμα πού είναι «σημείο» των Αγίων μας κεκοιμημένων και εν γένει όλων των Αγίων μας.
Αφού ήλθε ή ώρα να χαιρετήσουμε το Ησυχαστήριο, βάλαμε μετάνοια στην Οσία Γερόντισσα και στη Μοναχή Εύπραξία, επήραμε ευχή και πήραμε το καράβι και γυρίσαμε στα σπίτια μας στο Αιγάλεω.

Την επομένη ημέρα ή κ. Καλλιόπη Κομνηνού μου προμήθευσε το βιβλίο πού είχε, δηλ. «Ό Γέρων Ιερώνυμος της Αιγίνης, Βίος, πνευματικά υποθήκες και παραινέσεις αυτού» υπό Σωτ. Νούση.
Άρχισα να το διαβάζω σιγά-σιγά από την αρχή το βιβλίο, κάθε μέρα και μερικές σελίδες, μέχρι πού έφθασα στο σημείο στη σελίδα 222 (έκδοση ') οπού λέει την προσευχή σε κάποιους πού έφευγαν: «Πάτερ Άγιε Ιατρέ των ψυχών και των σωμάτων ημών, ό πέμψας τον Μονογενή Σου Υιόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, πάσαν νόσον ίώμενος και εκ θανάτου λυτρούμενον, ίασαι τον δούλον Σου (δείνα) εκ της περιεχούσης αυτόν σωματικής τε και ψυχικής ασθενείας. Σον γαρ εστί το ελεεί και σώζει ημάς, Χριστέ ό Θεός ημών και Σοί την δόξαν αναπέμπομεν, συν τω Ανάρχω Σου Πατρί και τω Παναγίω και Αγαθώ και Ζωοποιώ Σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

Την ένοιωσα πολύ αυτήν την προσευχή και έκανα τον Σταυρό μου και προσευχήθηκα και εγώ με αυτά τα λόγια και προχώρησα την ανάγνωση.

Καθώς διάβαζα, με κατέλαβε ένας γλυκός ανάλαφρος ύπνος και εκεί στον ύπνο μου, αισθάνθηκα έναν βήχα, τρεις φορές έβηξα και βλέπω να φτύνω ένα κρυσταλλόμενο κατακόκκινο σα ζελέ πτύελο, και με το βήχα ξύπνησα.

Αμέσως αισθάνθηκα ότι είχαν απελευθερωθεί οί πνεύμονες μου, οπού είχα Επί πολλά έτη βροχικά.

Όταν επισκέφθηκα τον θεράποντα ιατρό μου με διαβεβαίωσε ότι δεν υπάρχουν ούτε Ίχνος ακροαστικά.

Τώρα, με την ευλογία του Αγίου Ιερωνύμου και την Ιαματική του αγία δύναμη, δεν ξανά αρρώστησα. Είναι σαν να μη είχα ποτέ βρογχικά και τα φάρμακα τα πέταξα.
Ή θεραπευθείσα και πάντοτε ευγνώμων Δοξάζω τον Κύριο και τον πρέσβυ Του Άγιο Ιερώνυμο
Με άπειρη ευλάβεια ή ιαθείσα προσκυνήτρια, Σοφία Παύλου Ιωάννου

...διαπίστωσα ότι ό π. Ιερώνυμος ήλθε μόνος του και με βρήκε

Όταν για πρώτη φορά θα κυκλοφορούσε το βιβλίο «Ό Γέρων Ιερώνυμος της Αιγίνης», από τον Εκδοτικό Οίκο «Επτάλοφος», είχαν αποσταλεί διαφημιστικά - ενημερωτικά δελτάρια σε πολλούς ανθρώπους των Γραμμάτων, οί όποιοι εν συνεχεία ταχυδρομούσαν την επιταγή με το αντίτιμο του βιβλίου και το όποιο ελάμβαναν κατόπιν ταχυδρομικώς.
Μετά λίγο χρονικό διάστημα, τηλεφωνεί ένας Ιατρός από τον Πειραιά, ό όποιος έκπληκτος ρωτούσε τους εκπροσώπους του Εκδοτικού οίκου, πώς και για ποιόν λόγο του απέστειλαν το βιβλίο του Γέροντος. Βιαστική ή υπάλληλος - αρμοδία, του απήντησε, ότι «για να σας το στείλουμε σημαίνει ότι λάβαμε την επιταγήν σας με την διεύθυνση σας κ.λπ.» και ετοιμάσθηκε να κλείσει το τηλέφωνο. Εκείνος μετ' επιμονής, τους λέγει: «Παρακαλώ, επιμένω να βρείτε το απόκομμα της επιταγής μου, για να βεβαιωθείτε ότι δεν σας ζήτησα εγώ αυτό το βιβλίο, υπάρχει λόγος πού επιμένω».
Στην επιμονή του ανέσυραν το απόκομμα της επιταγής, και οποία ή έκπληξης, όταν βλέπουν ότι ό ιατρός είχε ζητήσει τον « Ιατρικό Τύπο» και όχι το βιβλίο περί του Γέροντος. Ζητώντας του συγγνώμη, τον παρεκάλεσαν να ταχυδρόμηση το βιβλίο του Γέροντος και να του αποστείλουν εν συνεχεία τον « Ιατρικό Τύπο». και εκείνος τους άπαντα:
«Μα τι είναι αυτά πού μου λέτε; Αν γνωρίζατε σε τι κρίσιμες στιγμές μου ήλθε ό «Γέροντας» (το βιβλίο του) και πόσο με βοήθησε, δεν θα το λέγατε αυτό. Το κρατώ και θα σας στείλω άλλα χρήματα για τον Ιατρικό Τύπο. Απλώς ήθελα να γνωρίζω πώς έγινε και τώρα, με συγκινεί ιδιαιτέρως πού διαπίστωσα ότι ό π. Ιερώνυμος ήλθε μόνος του και με βρήκε».

...βλέπει ένα βιβλίο του π. Ιερωνύμου, ολόιδιο (στο χρώμα) σαν αυτό πού είχε λησμονήσει...

Σε μία κυρία από το Τορόντο, ή οποία είχε πάει για προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα και ευρέθη για λίγο στην Ελλάδα, της εδωρήθη ένα βιβλίο της β' εκδόσεως του βιβλίου του π. Ιερωνύμου, χρώματος βυσσινί (εκείνη ή έκδοσης είχε κυκλοφορήσει τα βιβλία του Γέροντος, σε διαφορετικά χρώματα: βυσσινί, μπλε, πράσινο και καφέ).

Ή κυρία από το Τορόντο, μετά ένα μήνα έστειλε στην δωρήτρια του βιβλίου μία επιστολή στην οποία έλεγε εν ολίγοις, ότι μόλις μπήκε στο αεροπλάνο, από την Αθήνα για το Τορόντο, διαπίστωσε ότι είχε ξεχάσει σε μία εξαδέλφη της, το βιβλίο του Γέροντος και όπως έγραφε, από την λύπη της, δεν κατάλαβε πότε πέρασαν τόσες ώρες ταξιδεύοντας.
Μόλις έφθασε στο σπίτι της και πήγε στο προσωπικό της δωμάτιο για να βγάλει τα ρούχα του ταξιδιού και να φορέσει κάτι «πρόχειρο», οποία ή έκπληξής της, όταν πάνω στο κομοδίνο της, βλέπει ένα βιβλίο του π. Ιερωνύμου, ολόιδιο (στο χρώμα) σαν αυτό πού είχε λησμονήσει στην Ελλάδα. Φωνάζει κατασυγκλονισμένη τον άνδρα της: Ηλία, σε παρακαλώ πώς βρέθηκε το βιβλίο αυτό του Γέροντος εδώ;
Εκείνος ενοχλημένος, της λέγει: Τόσους μήνες έλειπες, δεν ήσουν εδώ και δεν με ρωτάς τι κάνω κ.λ.π. αλλά τόσο πολύ ενδιαφέρθηκες για το βιβλίο;

Του απαντά εκείνη:
Αυτό έχει μεγάλη σημασία, για μένα. Πώς βρέθηκε το βιβλίο εδώ;

Και εκείνος της απήντησε: «Χθες εκκλησιάσθηκα στην Εκκλησία μας και στην «βιτρίνα» μεταξύ και άλλων βιβλίων προς πώλησιν, είδα και το βιβλίο του Γέροντος Ιερωνύμου, σκέφθηκα να το πάρω για να σε βοηθήση με το καλό να έλθεις και να σε υποδεχθεί με το γλυκό του χαμόγελο!
Παρόμοια χαριτωμένα και συγκινητικά «φερσίματα» έχει κάμει πάμπολλα ό π. Ιερώνυμος, άπ' ότι έχουν διηγηθεί κατά καιρούς διάφοροι αδελφοί μας. Ό Γέροντας, γλυκύτατος και χαρούμενος υπήρχε ζών ανάμεσα μας, το ίδιο και από την άλλη ζωή μας περιβάλλει όλους με στοργή άμετρο (πάντα πόθον νικώσαν) και προθυμία να βοηθήσει.

Συναναστροφές

Το Πνεύμα δεν αγαπά Ούτε πολλές συναναστροφές, Ούτε φιλίες! Όλα αυτά να τα αποφεύγεις.
Θέλεις να αγαπάς πολύ τους ανθρώπους; Αγάπησε πολύ τον Χριστό μας και θα δεις πόσο θα αγαπάς και τους ανθρώπους και ας μη τους βλέπεις.
Πάντοτε και τον κάθε άνθρωπον, ολίγον σε απόστασιν να κρατάς. Ήλθε; Καλώς ήλθε! Δεν ήλθε; Καλώς δεν ήλθε. Δηλ. να είσαι απαθής.


Σε κανέναν μη λες το μυστικό σου ή τι κάνεις. Με δύο τρία λόγια, Όταν σε ρωτούν, να κόβεις, να τελειώνεις.

Μη δένεις τον νου σου με άνθρωπο. Μη λέγεις τους λογισμούς σου και το μυστικό σου εις κανένα! Οι άνθρωποι μεταβολή παίρνουν.
Το μυστικό σου σε κανέναν! Διότι οι άνθρωποι μεταβάλλονται.
Μη θυμώνετε, θα σας ειρωνευτούν, θα υποφέρετε. Εσείς μη φοβάσθε. Σάς προσφέρουν δηλ. πιπέρι, να δίδετε ζάχαρη. Εγώ πιπέρι δεν έχω να σκέπτεστε, ζάχαρη έχω, ζάχαρη δίδω.

Αυτό πού λείπει σήμερα γενικά, είναι ή γνώσις, ή λογική, ή ευσέβεια. Ό κόσμος σήμερα είναι ξετρελαμένος. Δεν γνωρίζει τι κάνει, δεν γνωρίζει τι θέλει! Σήμερα ένας φαίνεται καλός, αύριο πίπτει, χαλάει, δεν αναγνωρίζει και ό ίδιος τον εαυτό του. Δύσκολα να βρεις άνθρωπο αμετάβλητων. Άλλοι πάλι, παντού, αλλού τρέχουν για να βρουν χαρά και ηρεμία, μόνον στον Χριστόν μας δεν τρέχουν. Πάντως βέβαια, λέγουν οί Πατέρες, μηδένα προ του τέλους μακάριζε άλλα και μηδένα προ του τέλους απέλπιζε! Να παρακαλέσωμεν τον Θεόν να μας λυπηθεί και να μας ελεήσει.

Επικοινωνίες κόψε! Σε φθάνουν τα δικά σου!

Οι άλλοι, ότι γράμματα ξέρουν, αυτά και σου λένε. Τα δικά τους ζουν, τα δικά τους ξέρουν, αυτά σου λένε. Τα δικά σου δεν τα ζουν, δεν τα ξέρουν, δεν τα αγαπούν! Πώς λοιπόν Αφού δεν γνωρίζουν τη γλώσσα σου, θέλεις να σου μιλήσουν!
Μη υποδεικνύεις, διότι, διδασκαλία δίχως θέλησιν του άλλου, έχθρα είναι και γίνεται αμαρτία και σε κείνων πού ακούει και δεν κάνει και εσύ στεναχωρείσαι και ταράζεσαι.
Στον άλλο να λέγεις τόσα, όσα νομίζεις ότι θα σηκώσει, όχι περισσότερα.
Να μη θυμώνετε. Να γλυκαίνετε με την ζάχαρη σας, δηλ. με τον καλόν σας λόγο τον άλλο.
Κάθε άνθρωπος έχει κάποιο χάρισμα. Βρες το χάρισμά του και επαίνεσέ τον. Χρειάζεται και ό έπαινος (προς τόνωσιν) και ή καλοσύνη και ή αγάπη Τότε ό άλλος και πολύ καλός να μη είναι, δια την τιμήν, τον έπαινο, την αγάπη πού του εκδηλώνουν ελέγχεται και γίνεται καλύτερος.
Αγάπησε την ησυχία και την σιωπή. Ν' αποφεύγεις κατά το δυνατόν τους ανθρώπους.
Όλους ναγαπάς, άλλα και κανένα μη αγαπάς, δηλαδή με κανένα μη δένεται ό νους σου εκτός του Χριστού μας.

Είθε οι πρεσβείες του Αγίου Γέροντος ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ να μας σκέπουν, προστατεύουν, ενισχύουν και βοηθούν για την σωτηρία μας, διαφυλάττουν δε την Ορθοδοξία μας και το Έθνος μας, από πάσης επιβουλής και κακίας.

gerontas.gr

X