Θαυματουργές Εικόνες

Παναγία Κυκκώτισσα

Παναγία Κυκκώτισσα

    Μία από τις πιο ευλαβείς χριστιανικές αρετές όλων των Κυπρίων είναι η λατρεία της Παναγίας της Θεοτόκου, προς τιμήν της οποίας, αφιερώθηκε το θαυμαστό μοναστήρι του Κύκκου, το οποίο ιδρύθηκε στο τέλος του 11ου αιώνα. Εκεί οι Βυζαντινοί μετέφεραν την αποστολική και θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, η οποία έλαβε το όνομα «Κυκκώτισσα». Το μοναστήρι του Κύκκου επιλέχθηκε ως το «Κατοικητήριο» Της Παναγίας της Κυκκώτισσας, όπου κατά καιρούς εμφανίζεται στον ορατό κόσμο μέσω των θαυμάτων, βεβαιώνοντας την παρουσία Της ανάμεσα μας.
    Η Ιερά Μονή Κύκκου βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της οροσειράς του Τροόδους, 18 μόλις χιλιόμετρα από την πιο ψηλή βουνοκορφή της Κύπρου, τον Όλυμπο. Είναι κτισμένη σε υψόμετρο 1200 περίπου μέτρων, ανάμεσα σε πλούσια βλάστηση θάμνων και δένδρων. Η τοποθεσία αυτή προσφέρει τη γαλήνη και τη θαλπωρή που είναι αναγκαίες προϋποθέσεις για την απερίσπαστη αφιέρωση των μοναχών στην προσευχή και την άσκηση.
    Σύμφωνα με την παράδοση, γύρω στα 1100 μ.Χ. ο Βυζαντινός διοικητής της Κύπρου άρχοντας Μανουήλ Βουτομίτης πήγε για κυνήγι, αλλά χάθηκε στα δάση του Τροόδους. Αφού περιπλανήθηκε για αρκετό χρονικό διάστημα, συνάντησε έναν γέρο ερημίτη, τον Ησαΐα. Ο άρχοντας υπέδειξε πολύ άσχημη συμπεριφορά, διότι ο ασκητής, που απέφευγε οτιδήποτε κοσμικό, δεν προθυμοποιήθηκε να τον υπηρετήσει και ούτε αποκρίθηκε στις ερωτήσεις του.
    Κατόπιν, ο Βουτομίτης βρήκε τον δρόμο του και επέστρεψε στη Λευκωσία, όπου έπεσε βαριά άρρωστος. Ο ίδιος θεώρησε ότι η συμπεριφορά του απέναντι στον ασκητή ήταν ο λόγος που τον βρήκε ασθένεια και γι’ αυτό έστειλε αμέσως τους υπηρέτες του να τον βρουν. Όταν τον οδήγησαν μπροστά του, ο Βουτομίτης ζήτησε συγγνώμη με ταπείνωση από τον γέροντα μοναχό. Τότε αυτός ως απάντηση, προσευχήθηκε για τη θεραπεία του άρχοντα.
    Γρήγορα ο Βουτομίτης έγινε καλά και υποσχέθηκε στον Ησαΐα πως θα του έδινε ό,τι του ζητούσε. Ο άγιος εκείνος άνθρωπος, ακολουθώντας τη Θεία προσταγή, παρακάλεσε τον Βουτομίτη να του φέρει από την Κωνσταντινούπολη την Εικόνα της Θεοτόκου, μία από τις τρεις δημιουργίες του Ευαγγελιστή Λουκά. Ο Βυζαντινός διοικητής δίσταζε, διότι φοβόταν πως ήταν αδύνατο να πείσει τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αλέξιο Κομνηνό να παραχωρήσει το Άγιο Εικόνισμα που φυλασσόταν στο παλάτι. Παρόλα αυτά πήρε μαζί του τον Ησαΐα και ταξίδεψαν ως την Κωνσταντινούπολη. Εκεί βρήκαν τον βασιλιά σε μεγάλη θλίψη, αφού η μονάκριβή του κόρη ήταν βαριά άρρωστη με την ίδια ασθένεια, η οποία είχε προσβάλει και τον Βουτομίτη. Τότε ακριβώς παρουσιάστηκαν ενώπιον του. Ο Ησαΐας με όλη την δύναμη της πίστης του, προσευχήθηκε στον Θεό και τελικά η κόρη θεραπεύτηκε εντελώς. Εξήγησαν κατόπιν στον αυτοκράτορα πως ήταν θέλημα Θεού να μεταφέρουν στα βουνά του Τροόδους την Αγία Εικόνα. Για τον Αλέξιο Κομνηνό δεν ήταν εύκολο να αποχωριστεί το πολύτιμο κειμήλιο. Μόνον όταν χτυπήθηκε και ο ίδιος από την ίδια αρρώστια, αντιλήφθηκε πως ήταν θεϊκή προσταγή να δώσει την Εικόνα. Μάλιστα, όχι μόνο παρέδωσε την εικόνα αλλά χορήγησε και τα απαιτούμενα χρήματα για την ανέγερση του μοναστηριού, στο οποίο θα Την τοποθετούσαν.
    Ο Ησαΐας με περισσή υπερηφάνεια και χαρά μετέφερε την Εικόνα στην Κύπρο, όπου ο λαός τον υποδέχθηκε με ιδιαίτερη συγκίνηση και ευλάβεια και τον συνόδευσε από τα παράλια ως τα βουνά του Τροόδους. Ταυτοχρόνως έφθασε στο νησί και ο Βουτομίτης, που παρέδωσε στον Ησαΐα τα αυτοκρατορικά χρυσόβουλλα, τα οποία ανακήρυσσαν τη Μονή σε Σταυροπήγιο. Η συντήρηση της Μονής θα γινόταν από τα εισοδήματα των χωριών Περιστερώνα, Μήλον και Μυλικούρι.
    Η παλαιότερη καταγεγραμμένη ιστορική μαρτυρία για τον Κύκκο βρίσκεται σε έγγραφο του 1136 και σχετίζεται με την αγορά μίας βίβλου από τον τότε ηγούμενο Δανιήλ. Οι υπόλοιπες πληροφορίες για τα πρώτα χρόνια της ζωής της Μονής και για όλη τη βυζαντινή περίοδο, προέρχονται από αναφορές σε κείμενα μεταγενέστερων χρόνων. Παρόλο που είναι έμμεσες οι μαρτυρίες αυτές, μας πείθουν για την αξιόλογη επίδρασή της στην τότε πνευματική ζωή του τόπου. Χαρακτηριστική ένδειξη είναι η αγιογράφηση εικόνων με πρότυπο την Παναγία του Κύκκου. Τέτοιες εικόνες σώζονται σήμερα στο Σινά και την Κάτω Ιταλία.