Γέροντας Παντελεήμων Καυσοκαλυβίτης
Στα Επαφρίζοντα Κύματα Αισχύνης του 20ου και στη Δίνη του 21ου Αιώνα
Ὅσα ἀναγράφονται στὸ πόνημα αὐτὸ γιὰ τὸν Γέροντα Παντελεήμονα εἶναι μία ἀνταύγεια τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς του, καὶ μάλιστα ὁ ὅλος βίος του ἐκ νεότητος αὐτοῦ ὑπῆρξε ἔμπλεως μοναχικῶν ἀρετῶν, ἐξ οὗ καὶ κατέστη ζῶν ὑπόδειγμα ἐναρέτου μοναχού.
Ἔζησε σὲ ἰδιαιτέρως σκληρούς καιρούς στὸν πονηρὸν τοῦτον αἰῶνα, ὅμως δὲν ἀπώλεσε τὴν ἁπλότητα τῆς καρδίας του, καθὼς ἐτρέφετο καὶ ἐστηρίζετο ἀπὸ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου.
Εἶναι ἀναμενόμενο ὅτι ἡ ἔκθεσις διαφόρων περιστατικῶν στὸ παρὸν ἔργο ἄλλους θὰ ἱκανοποιήση καὶ ἄλλους θὰ δυσαρεστήση, σε κάποιους θὰ ἐπαναφέρη στὴν μνήμη λησμονημένα περιστατικὰ καὶ ἄλλοι θὰ παραθεωρήσουν ὡς ἀσήμαντα κάποια ἀπὸ ὅσα ἀναφέρονται.
Εἶναι, βέβαια, ἀδύνατον νὰ ἱκανοποιήση κανεὶς τοὺς πάντες καὶ νὰ προσαρμόση τὴν πραγματικότητα στις προσδοκίες τους. Ἄλλωστε, ἡ γνώμη τῶν ἄλλων, καλὴ ἢ κακή, δὲν διαμορφώνει τὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο. Ὁ Σπορεύς βγήκε για νὰ σπείρη, ὄχι γιὰ νὰ ὀργώση (Ματθ. 13, 3). Τὸ ὄργωμα εἶναι ἡ προετοιμασία ποὺ πρέπει νὰ γίνη ἀπὸ ἐμᾶς. Ὁ Γέροντας Παντελεήμων ἐκοπίασε καὶ καλλιέργησε τὴν ψυχή του με προσευχή, ψαλμωδία, μελέτη του Θείου Λόγου, προετοιμάζοντάς την, γιὰ νὰ δεχθῆ τὰ δῶρα τοῦ Κυρίου. «Θῦσον τῷ Θεῷ θυσίαν αἰνέσεως καὶ ἀπόδος τῷ Ὑψίστῳ τὰς εὐχάς σου» (Ψαλμ. 49, 14) «καὶ ἐπικάλεσαί με ἐν ἡμέρα θλίψεως καὶ ἐξελοῦμαι σε καὶ δοξάσεις με» (Ψαλμ. 49, 15).
Γράφοντας γιὰ τὴν ζωὴ τῶν ἁγιασμένων πνευματικῶν μας Πατέρων δοξάζεται ὁ Κύριος, ποὺ μὲ τὴν Χάρι του στέλνει στις πονηρὲς ἡμέρες ποὺ ζοῦμε παραδείγματα προς μίμησι, ὁ ὁποῖος καὶ μὲ ἀξίωσε νὰ γνωρίσω τὶς ἀρετὲς τῆς μοναχικῆς ζωῆς ἀπὸ τὴν ἐφηβική μου ηλικία, ὥστε, ὅταν συνάντησα τὸν Γέροντα, νὰ ἀναγνωρίσω σ' αὐτὸν τὴν ἔμπρακτη ἐφαρμογὴ ὅσων ἐδιδάχθην.
Φύσις ἰσχυρά, νοῦς καθαρός, ἐπιζητῶν πάντοτε τὰ ὑψηλά, καταφρονῶν τὰ ἐπίγεια. Ἂν καὶ παιδιόθεν ή ψυχή του ἦτο ἀφιερωμένη στον Κύριο, διαρκῶς ἐμέμφετο ἑαυτόν, διότι ἔγινε μοναχὸς σὲ μεγάλη ἡλικία, καὶ ἔλεγε: «Έγινα μεγάλος μοναχὸς καὶ δὲν μπόρεσα νὰ δώσω στὸν Χριστὸ τὰ νιᾶτα μου. Ας δεχθῆ ὁ Κύριος τὰ γεράματά μου, ἔστω κι αὐτὸ τὸ λίγο». Μὲ πολλὴ ταπείνωσι ἐνεθυμεῖτο τὶς ἁμαρτίες του καὶ εἶχε πείσει τὸν ἑαυτόν του ὅτι δὲν ὑπῆρξε ἄνθρωπος πιὸ ἁμαρτωλὸς ἀπὸ αὐτόν. Διαβάζοντας τοὺς βίους τῶν Ἁγίων εἶχε ἀνακαλύψει αὐτὸν τὸν ἀσφαλῆ, σύντομο καὶ εὐθὺ δρόμο τῆς σωτηρίας καὶ ἔλεγε: «Ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ἦλθε νὰ σώση τοὺς ἁμαρτωλούς, ἐλπίζω νὰ εἶμαι κι ἐγὼ μέσα».
Ἦτο πάντοτε ἕνας Γέροντας «νεάζων», μὲ ἄνετες κινήσεις, ντυμένος ταπεινά, ἀσκητικά, μὲ σκέψι πάντοτε καθαρὴ καὶ μὲ χαρακτηριστική σεμνότητα. Τὸ κελλί του ἁπλό, γεμάτο χαρτόνια γραμμένα μὲ εὐαγγελικὰ καὶ πατερικὰ ρητά, ἀφίσες δικές του (ή Δευτέρα Παρουσία καὶ τὸ Ἅγιον Ὄρος), με πρακτικές συμβουλὲς καὶ μὲ ρητὰ ἐναντίον τοῦ οἰκουμενισμού.
(Από την Εισαωγή της έκδοσης)
Σελίδες: 534
Διαστάσεις: 17 x 24 εκ